ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Ερμηνεία λογιστικών και φορολογικών κανόνων σε επίδικη φορολογική διαφορά

Ο πελάτης μας, μια μεγάλη βαριά βιομηχανία, πωλεί το βασικό προϊόν (διαπραγματεύσιμο διεθνώς σε χρηματιστήρια εμπορευμάτων) σε πολυεθνική εταιρεία, σε τιμές προκαθορισμένες βάσει μακροπρόθεσμης, τυποποιημένης σύμβασης, σε κοινή πρακτική διεθνώς. Μέσα σε λίγα χρόνια από την υπογραφή της σύμβασης, οι τιμές spot του προϊόντος αυξήθηκαν σημαντικά πάνω από τη συμφωνηθείσα τιμή. Οι ελεγκτές της φορολογικής αρχής ισχυρίστηκαν ότι ο πελάτης μας βρισκόταν υπό δεσπόζουσα επιρροή από τον πελάτη του και, ως εκ τούτου, υποστήριξαν ότι η πραγματική τιμή πώλησης για τον προσδιορισμό του φόρου εισοδήματος έπρεπε να είναι η τιμή spot του προϊόντος. Μετά από ενδελεχή εξέταση των όρων της σύμβασης πώλησης και άλλων σχετικών παραμέτρων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της ερμηνείας των εφαρμοστέων Λογιστικών Προτύπων, της ελληνικής εταιρικής νομοθεσίας και των σχετικών οδηγιών της ΕΕ, καθώς και της βέλτιστης διεθνούς πρακτικής, ετοιμάσαμε μια λεπτομερή έκθεση. Στην έκθεσή μας, τεκμηριώσαμε ότι ο πελάτης μας δεν ήταν υπό την δεσπόζουσα επιρροή του πελάτη του και ότι η συμβατική τιμή πώλησης, και όχι η τιμή spot του προϊόντος, ήταν ενδεδειγμένη για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος. Επεκτείναμε περαιτέρω την ανάλυσή μας για να καταδείξουμε ότι η συμφωνηθείσα συμβατική τιμή, προσαυξημένη κατά το οικονομικό όφελος μιας σημαντικής προκαταβολής που καταβλήθηκε εκ των προτέρων από τον αγοραστή, ήταν αρκετά συγκρίσιμη με τις προθεσμιακές τιμές πέντε ετών του προϊόντος, κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης πώλησης. Επιπλέον, η συμβατική τιμή ήταν συγκρίσιμη με την τιμή πώλησης που συμφωνήθηκε μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων υπό παρόμοιες συνθήκες. Συνοπτικά, τεκμηριώσαμε πλήρως ότι η τιμή της σύμβασης ήταν εύλογη και δικαιολογημένη στις περιστάσεις.

Ερμηνεία λογιστικών και φορολογικών κανόνων σε επίδικη φορολογική διαφορά

Προκειμένου να απαντήσει σε ερωτήματα που τέθηκαν κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου, μεγάλη πολυεθνική ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε τη γνώμη μας σχετικά με την κατάλληλη λογιστική μεταχείριση ορισμένων τύπων επενδύσεων. Μετά από ενδελεχή αξιολόγηση των όρων των επενδύσεων αυτών, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω επενδύσεις δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται στον ισολογισμό της ασφαλιστικής εταιρείας, δεδομένου ότι υπό τους σχετικούς όρους και προϋποθέσεις, οι πελάτες της ασφαλιστικής εταιρείας έφεραν οι ίδιοι τον κίνδυνο των επενδύσεών τους. Με άλλα λόγια, κατά το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο, η ασφαλιστική εταιρεία δεν ήταν επιτρεπτό να αναγνωρίζει τα κέρδη και τις ζημίες που προέκυπταν από την αποτίμηση των εν λόγω επενδύσεων στο τέλος του έτους και ότι έπρεπε να αναγνωρίζει ως εισόδημα μόνο την προμήθεια που αποκτούσε από τη διαχείριση των εν λόγω επενδύσεων.

Σύνταξη μελέτης διαμόρφωσης προτάσεων πολιτικής

Στο πλαίσιο της δημιουργίας ιδεών για τη διαμόρφωση πολιτικής, και ενόψει των αρνητικών επιτοκίων καταθέσεων που επικρατούσαν, ο πελάτης μας ζήτησε τη σύνταξη μελέτης πολιτικής, σχετικά με τον αντίκτυπο της κατάθεσης ποσών για διάφορους φόρους (π.χ. φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, φόρο ακίνητης περιουσίας) που σχετίζονται με μελλοντικά οικονομικά έτη. Ετοιμάσαμε λεπτομερή έκθεση και τεκμηριώσαμε ότι η προκαταβολή φόρων (π.χ. όταν μια οντότητα έχει πλεονάζουσα ρευστότητα και με δική της βούληση) είναι συμβατή με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας που βασίζεται στις αρχές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ESA) και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Δημόσιου Τομέα (IPSAS).

Ερμηνεία λογιστικών και φορολογικών κανόνων σε επίδικη φορολογική διαφορά

Ο πελάτης μας, είχε υπογράψει προσύμφωνο από ετών για την αγορά του καθαρού ενεργητικού άλλης επιχείρησης, βάσει συμφωνίας που του έδινε το δικαίωμα να ακυρώσει την αγορά, εάν δεν πληρούνταν ορισμένοι όροι. Καθώς οι όροι αυτοί δεν τηρήθηκαν τελικά, ο πελάτης μας προέβη σε δήλωση αποχώρησης από το προσύμφωνο. Μεταγενέστερα, η φορολογική αρχή ισχυρίστηκε ότι η συναλλαγή ήταν έγκυρη και ότι ο πελάτης μας ήταν υποχρεωμένος να πληρώσει ένα πολύ σημαντικό ποσό σε φόρους και πρόστιμα επί της αξίας της ακυρωθείσας αγοράς (πάνω από 1,5 εκατ. ευρώ). Ετοιμάσαμε λεπτομερή έκθεση προς τεκμηριωμένη αντίκρουση των επιχειρημάτων της φορολογικής αρχής, για χρήση στο Εφετείο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Ερμηνεία λογιστικών και φορολογικών κανόνων σε επίδικη φορολογική διαφορά

Ο πελάτης μας (φυσικό πρόσωπο) χρηματοδότησε την απόκτηση ακινήτου από υπεράκτια οντότητα, της οποίας ήταν ο μοναδικός τελικός δικαιούχος/ιδιοκτήτης. Οι φορολογικοί ελεγκτές υποστήριξαν ότι τα κεφάλαια που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του ακινήτου, συνιστούσαν, για φορολογικούς σκοπούς, «δωρεά» προς την εταιρεία και επέβαλλαν τη συναλλαγή σε φόρο δωρεάς. Αν και το Τριμελές Εφετείο απέρριψε την υπόθεση, η Φορολογική Αρχή άσκησε αναίρεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Συντάξαμε ολοκληρωμένη έκθεση και απορρίψαμε τεκμηριωμένα τη θέση της φορολογικής αρχής.

Δείτε άλλες μελέτες περιπτώσεων